Η θάλασσα

Μοναδική είναι η γαλήνη της φύσης στις Βόρειες Σποράδες. Καθίστε σε ένα βράχο πλάι στη θάλασσα και αφουγκραστείτε τους ήχους της φύσης: το απαλό πέρασμα του ανέμου μέσα από τα κλαδιά της λαδανιάς και του σχίνου, το περαστικό βούισμα ενός εντόμου, το θρόισμα της σαύρας, ήχοι που μπερδεύονται με το μονότονο παφλασμό των κυμάτων πάνω στα βότσαλα και τα βράχια.

Όπως και στη ξηρά, όπου, παρά τις πολλές μεταβατικές περιοχές, οι διάφοροι βιότοποι παραμένουν διακριτοί, έτσι και αυτή η μεταβατική περιοχή μεταξύ στεριάς και θάλασσας χωρίζεται σε ζώνες. Η ψηλότερη περιοχή της ακτής, η λεγόμενη άσπρη ζώνη, θαλασσοδέρνεται από τις φουρτούνες και τους δυνατούς αέρηδες. Ειδικά το φθινόπωρο και το χειμώνα όπου οι καταιγίδες είναι συχνές, το νερό γλύφει και "τρώει" την επιφάνεια της ακτής. Η θάλασσα ανεβαίνει στα βράχια και το αλάτι που ξεμένει εκεί, τους δίνει το άσπρο χρώμα τους. Ακολουθεί η λεγόμενη γκρίζα ζώνη, η οποία βρέχεται τακτικά από το νερό της θάλασσας και γι' αυτό καλύπτεται με ένα λεπτό στρώμα από φύκη. Αυτήν τη διαδέχεται η μαύρη ζώνη. Εδώ τα βράχια, με την επίδραση των κυανοφυκών που αποσυνθέτουν τον ασβεστόλιθο, γίνονται αυλακωτά με πτυχές και μυτερές προεξοχές.
Βραχώδεις ακτές και θαλάσσιες σπηλιές

Οι βραχώδεις ακτές φιλοξενούν έναν πλούσιο υποβρύχιο κόσμο. Κατά μήκος των απόκρημνων ακτών των Βορείων Σποράδων, ο βυθός είναι στο μεγαλύτερο μέρος του βραχώδης, είτε πρωτογενώς, όταν αποτελείται από πετρώματα, είτε δευτερογενώς, όταν έχει σχηματιστεί από τις ασβεστολιθικές αποθέσεις οργανισμών όπως τα βρυόζωα, οι σωλήνες της θάλασσας και τα κοράλλια. Οι μορφές ζωής είναι σχεδόν ίδιες και στους δύο τύπους βυθού, ενώ η κατανομή των ειδών ποικίλλει ανάλογα με την ένταση του φωτός και των υποθαλάσσιων ρευμάτων.
Τα πρώτα είδη που εγκαθίστανται μόνιμα πάνω στο βυθό είναι τα φύκη και άλλα θαλάσσια φυτά. Ακολουθεί μια πληθώρα οργανισμών, όπως τα βρυόζωα, τα κνιδόζωα, οι σωλήνες της θάλασσας, οι πεταλίδες και τα διάφορα οστρακόδερμα. Ο αχινός (Arbacia lixula) ζει πάνω στα βράχια και τρέφεται τεμαχίζοντας φυτική τροφή με τα πέντε του δόντια, που λειτουργούν όπως η κεφαλή ενός τρυπανιού. Υπερβολικά πολλοί αχινοί σε ένα μέρος συχνά αποτελούν δείκτη ρύπανσης, καθώς οι αχινοί προσαρμόζονται εύκολα και σε ακάθαρτα νερά. Οι αστερίες κινούνται αργά πάνω στα βράχια με το δικό τους ιδιόρρυθμο τρόπο και τρέφονται με μαλάκια που συναντούν στο δρόμο τους.

Ένας κόσμος από σπόγγους και κοράλλια

Ένας ιδιόμορφος κάτοικος αυτών των βυθών είναι οι σπόγγοι, που ανήκουν στα κατώτερα ζωικά είδη. Στη θάλασσα των Βορείων Σποράδων ζουν, για παράδειγμα, τα είδη Chondrosia reniformis, Anchinoe tenacior, Crambe crambe και Axinella verrucosa. Πολλοί σπόγγοι ψαρεύονται για οικιακή χρήση. Εδώ στις Βόρειες Σποράδες η σπογγαλιεία δεν γνώρισε ποτέ μεγάλη ανάπτυξη, όπως έγινε κυρίως στην Κάλυμνο. Οι σφουγγαράδες της Καλύμνου έχουν όμως εξαντλήσει τα αποθέματα του βυθού σε σπόγγους σε πολλά σημεία του Αιγαίου και τώρα αναγκάζονται να φτάνουν με τα καΐκια τους μέχρι τις ακτές της Βόρειας Αφρικής προκειμένου να έχουν μια ικανοποιητική παραγωγή. Περίπου 600 είδη σπόγγων ζουν στη Μεσόγειο. Οι σπόγγοι έχουν την εντυπωσιακή ηλικία των 600 εκατομμυρίων χρόνων παρουσίας στον πλανήτη. Μέσα στους σπόγγους κατοικούν διάφορα καβούρια και σκώληκες. Η ρύπανση της θάλασσας οδηγεί τους σπόγγους σε γρήγορο αφανισμό.
Στη Μεσόγειο ζουν μόνο 86 μόνο είδη κοραλλιών, από τα περίπου 6.000 που υπάρχουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα διάφορα Gorgonacea και Madreporaria συναντώνται σπάνια. Το κόκκινο κοράλλι (Corallium rubrum) βρίσκεται σε μεγάλα βάθη στη θάλασσα των Βορείων Σποράδων. Αυτά το πανέμορφο σπάνιο κοράλλι, δυστυχούς συχνά μετατρέπεται σε κακόγουστο διακοσμητικό αντικείμενο και πουλιέται ως σουβενίρ. Σε μερικές περιοχές της Μεσογείου υπάρχουν ακόμα επαγγελματίες δύτες που κατεβαίνουν σε βάθη 50 μέχρι 100 μέτρα για να το βγάλουν. Η εκμετάλλευση των κοραλλιών της Μεσογείου δεν περιορίζεται πλέον οε παραδοσιακές μεθόδους. Έχουν επιστρατευτεί ειδικά εργαλεία, που αποτελούνται από ατσάλινους σωλήνες, μήκους 6 ως 8 μέτρων, εφοδιασμένους με αλυσίδες και δίχτυα και που, όπως είναι επόμενο, καταστρέφουν το ευαίσθητο περιβάλλον του βυθού. Από τα κοράλλια που συλλέγονται μ' αυτή τη μέθοδο μόνο ένα ποσοστό 20% παραμένει αξιοποιήσιμο, καθώς το υπόλοιπα ξαναπετιούνται κατεστραμμένα στη θάλασσα. Αυτή η πρακτική είναι εντελώς παράλογη και θα πρέπει να απαγορευτεί άμεσα. Είναι καιρός πλέον να ασχοληθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση με αυτές τις απαράδεκτες μεθόδους αλιείας, να επιβάλλει αυστηρούς περιορισμούς και να φροντίσει για την τήρησή τους.
Ευτυχώς στην Ελλάδα σπάνια χρησιμοποιείται αυτή η μέθοδος. Σε ολόκληρη τη Μεσόγειο τα αποθέματα κοραλλιών έχουν μειωθεί κατακόρυφα. Αν συνεχιστεί αυτή η υπερεκμετάλλευση τα κοράλλια θα περιοριστούν μόνο στις προστατευμένες περιοχές, και εκεί με την προϋπόθεση μιας σωστής διαχείρισης.
Ένα άλλο σημαντικό είδος κοραλλιού που συναντάται στις Βόρειες Σποράδες είναι το Eunicella cavolinii, ένα νηματοειδές κοράλλι που σχηματίζει πολλές πτυχές στην επιφάνεια του. Ζει σε σπηλιές, όπως και το κόκκινο κοράλλι.
Οι θαλασσοσπηλιές, που έχουν σχηματιστεί από τη δράση των κυμάτων πάνω στις απόκρημνες ακτές, φιλοξενούν φυτά και ζώα που χρειάζονται λίγο ή καθόλου φως και το συνηθισμένο περιβάλλον τους είναι τα μεγάλα βάθη. Τέτοιοι κάτοικοι των σπηλιών είναι οι γαρίδες Pleisionika narval και Stenopus spinosus και διάφορα άλλα καρκινοειδή, όπως και ψάρια και σπόγγοι που κανονικά συναντώνται μόνο σε μεγάλα βάθη. Αν μάλιστα αυτές οι σπηλιές καταλήγουν σ' ένα μικρό κομμάτι παραλίας που δεν σκεπάζεται από το νερό της θάλασσας, τότε μπορεί, κάτω από κάποιες συνθήκες, να χρησιμοποιούνται από τη Μεσογειακή φώκια ως τόπος ανάπαυσης ή γαλουχίας των μικρών τους.
Ας πούμε πάλι πόσο σημαντικό είναι να μείνουμε μακριά από αυτές τις σπηλιές ώστε να αφήσουμε, τουλάχιστον εδώ, τη φύση ανενόχλητη. Επίσης, όταν βουτάμε με μάσκα, πλησιάζουμε με προσοχή και σεβασμό αυτόν το μαγικό αλλά και τόσο ευαίσθητο υδάτινο κόσμο.

Δάση από ποσειδωνίες και αμμώδεις βυθοί

Τα πυκνά λιβάδια της ποοειδωνίας είναι τα "δάση" του βυθού της Μεσογείου. Βιότοπος τους στις Βόρειες Σποράδες είναι τα ρηχά νερά στις νότιες ακτές. Αναπτύσσονται ανάλογα με τον τρόπο που διεισδύει το φως, σε αμμώδεις ή λασπώδεις βυθούς και στις ρηχές ζώνες των ακτών, σε βάθος από 30 μέχρι 40 μέτρα.
Η Ποσειδώνια η ωκεανική (Posidonia_oceanica) που συναντάται αποκλειστικά στη Μεσόγειο, είναι το επικρατέστερο είδος αυτού του υποβρύχιου φυτικού χαλιού. Η ποσειδωνία δεν είναι φύκος αλλά ανώτερο φυτό (φανερόγαμο), παρ' όλο που οι περιοχές που φυτρώνει είναι γνωστές ως "φυκιάδα". Άλλα είδη θαλάσσιων φυτών που απαντώνται λιγότερο συχνά είναι τα Zostera marina, Zostera hana και Cyntodosea nodosa. Αυτά τα είδη συναντώνται μόνο σε αμμώδεις λασπώδεις βυθούς βάθους μέχρι 10 μέτρων. Μέσα στα λιβάδια αυτά βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο τα νεαρά ψάρια. Τα λιβάδια της ποσειδωνίας παράγουν μεγάλες ποσότητες οξυγόνου και είναι επομένως ζωτικής σημασίας για το μεσογειακό οικοσύστημα, γι' αυτό και δίκαια έχουν ονομαστεί από ειδικούς "τα πνευμόνια της Μεσογείου". Σε ένα τετραγωνικό μέτρο ενός τέτοιου λιβαδιού μπορεί να βρίσκονται μέχρι και 7.000 φυτά που παράγουν μέχρι 14 λίτρα οξυγόνου ημερησίως.
Πολλά είδη ζώων βρίσκουν τροφή και καταφύγιο σε αυτά τα πυκνά λιβάδια του βυθού. Η πίνα (Pinna nobilis), ο κοινός αχινός (Paracentrotus lividus), και η γαρίδα Hippolyte spec., είναι μερικοί αντιπροσωπευτικοί θαμώνες.
Τυπικά οστρακόδερμα των λιβαδιών είναι η μπουχώνα (Tonna galea) και διάφορα είδη του γένους Cassididae. Και τα δύο τρέφονται με αχινούς και παράγουν οξέα, για να μπορούν να διαλύουν ευκολότερα την αγκαθωτή πανοπλία της λείας τους.
Σε μεγαλύτερα βάθη ή σε ανοιχτούς όρμους εκτεθειμένους στο κύμα, τα λιβάδια αραιώνουν και ο αμμώδης βυθός μένει γυμνός. Με πρώτη ματιά ο βυθός μοιάζει με έρημο, πλούσια ζωή όμως φωλιάζει και εδώ. Γλώσσες, σαλάχια και δράκαινες έχουν προσαρμοστεί πολύ καλά σε αυτό το περιβάλλον. Εδώ επίσης θα συναντήσετε αστερίες και ολοθούρια (κοινώς αγγούρια της θάλασσας). Σουπιές του γένους Sepia ψάχνουν την τροφή τους μέσα στην άμμο, όπου κρύβονται πολλά σκουλήκια της άμμου και διάφορα όστρακα και αχιβάδες.
Όσο απομακρυνόμαστε από την ακτή ο βυθός γίνεται λασπώδης και αποτελείται από λάσπη και αργιλλώδη σωματίδια. Σε ρηχούς βυθούς συναντά κανείς ακτινόζωα, κνιδόζωα και αστερίες. Σε μεγαλύτερα βάθη ζουν αστακοί και καραβίδες, αλλά και πολυάριθμα καβούρια και δίθυρα μαλάκια, όπως το φεγγαρόχτενο (Pecten jacobaens) και το Acanthocardia aculeata, κατοικούν σ' αυτούς τους βυθούς.

Η ανοιχτή θάλασσα

Το πλανγκτόν είναι ο πιο μικροσκοπικός κάτοικος της ανοιχτής θάλασσας, όχι όμως και ο λιγότερο σημαντικός. Ως πλανγκτόν περιγράφονται συνολικά όλοι οι αιωρούμενοι στη θάλασσα οργανισμοί, που δεν κινούνται αυτόνομα αλλά παρασύρονται από τα ρεύματα. Πρόκειται είτε για φυτικούς οργανισμούς (φυτοπλανγκτόν), είτε για ζωικούς (ζωοπλανγκτόν). Το πλανγκτόν αποτελεί σπουδαίο μέλος της θαλάσσιας τροφικής αλυσίδας και τελικά είναι η ουσιαστική πηγή τροφής όλης της θαλάσσιας ζωής. Πολλές μέδουσες ζουν επίσης στην ανοιχτή θάλασσα. Όταν είναι μικρές, παρασύρονται από τα ρεύματα της θάλασσας και μπορούν να θεωρηθούν ως πλανγκτόν. Όταν ενηλικιωθούν όμως, δεν είναι όλες τόσο αθώες, όπως η Carybdea marsupialis που δημιουργεί ένα επώδυνο πρήξιμο στο δέρμα όταν έρχεται σ' επαφή με ανυποψίαστους κολυμβητές. Μερικά αντιπροσωπευτικά ψάρια αυτού του βιότοπου είναι οι τόνοι, οι καρχαρίες και οι ξιφίες. Στα βαθιά νερά κολυμπούν και τα θηλαστικά της Μεσογείου, τα δελφίνια και οι φάλαινες.

Βιβλιογραφία
Βόρειες Σποράδες - Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο (Gerald Hau-Claus Peter Hutter)