Βασίλειος Παπαβασιλείου: Η ζωή και το έργο ενός πολυτάλαντου Αλοννησιώτη

Tο 1875 ο Σταμάτης Παπαβασιλείου απολαμβάνει τη γέννηση του γιου του που έμελλε να γίνει ο πιο επιφανής Αλοννήσιος του 20ου αιώνα. Ο Σταμάτης Παπαβασιλείου ήταν ένας απλός χωρικός, αμόρφωτος και με κυρία ασχολία την αμπελουργία. Οι δυνατότητες του Βασίλειος Παπαβασιλείουελάχιστες, αλλά με το υστέρημα του καταφέρνει να σπουδάσει τους γιους του Βασίλη και Γιάννη Παπαβασιλείου. Ο δεύτερος τελειώνει το Σχολαρχείο ενώ ο Βασίλης δίνοντας εξετάσεις αριστεύει στο εξατάξιο, περνά πρώτος στο Σχολαρχείο Σκοπέλου, πρώτα μπαίνει στις δυο τάξεις του Γυμνασίου Βόλου και στη συνέχεια αριστεύει στο Δημοδιδασκαλείο Λάρισας.

Ταυτόχρονα μυείται στα μυστικά της Μουσικής όπου το καλλιτεχνικό του ταλέντο τον κάνει να αγαπήσει την καλή μουσική του βιολιού, τόσο λαϊκή όσο και κλασική. Η πλούσια φυσική του αντοχή του δίνει αυτοπεποίθηση και πρωτεύει των συμφοιτητών του στις γυμναστικές επιδείξεις του Δημοδιδασκαλείου. Ταυτόχρονα ανακαλύπτει όλες τις ικανότητες του και όπως ήταν εργατικότατος απορροφά σαν σφουγγάρι όλες τις δυνατότητες που του δίνει η πόλη και που στο νησί του ούτε καν τις είχε ακούσει. Το ζωγραφικό του ταλέντο ξεδιπλώνεται στον καμβά και σε σκίτσο με κάρβουνο.
Αφού τελειώνει το στρατιωτικό του γύρω στο 1890, διορίζεται στη Γλώσσα δημοδιδάσκαλος γεμάτος όνειρα και όρεξη για δουλειά. Οι Γλωσσιώτες γρήγορα εκτιμούν τον Αλοννήσιο πολυτάλαντο δάσκαλο και τον αγκαλιάζουν. Με την άριστη μεταδοτικότητα του, βάζει τις ρίζες για ένα σχολείο, που αναδεικνύει πολλούς επιφανείς Γλωσσιώτες. Γίνεται ένα ισχυρό και εκτιμητέο μέλος στη μικρή κλειστή κοινότητα και τον παντρεύουν με τη θυγατέρα των Κοκορινέων, από τις πιο γνωστές οικογένειες του τόπου. Υπήρχε άριστη αρμονία στο ζευγάρι και κάνανε συνολικά τέσσερα παιδιά. Αυτή ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής του. Ο ίδιος είχε αφοσιωθεί στην οικογένεια του και στα διδακτικά του καθήκοντα. Με τη θλιμμένη μελωδική φωνή του γίνεται ψάλτης και με την παρακίνηση της φιλόθρησκης γυναίκας του ιερέας. Ο Μητροπολίτης Χαλκίδος Γρηγόριος, που τον εκτιμούσε προσωπικά, τον χειροτονεί ιερέα και πανηγυρικά διορίζεται εφημέριος της Γλώσσας. Με τα δυο πολιτιστικά του επαγγέλματα ανεβάζει το επίπεδο του μεγάλου αυτού χωριού της Σκοπέλου. Όταν αργότερα κατέφυγε στη γενέτειρα του, πολλοί μαθητές του έρχονταν να τον δουν ή τον μακάριζαν σε πολλές συζητήσεις τους. Αφομοιώθηκε απόλυτα από την κλειστή κοινωνία και βοηθούσε με κάθε τρόπο όλους τους συμπατριώτες της γυναίκας του. Όποιοι ήθελαν να τους γράψει ένα γράμμα, μία αίτηση, έτρεχαν στον Παπαβασίλη. Αργότερα αναλαμβάνει και το Ταχυδρομείο.
Την ίδια περίοδο δημιουργεί διάφορα χαρούμενα έργα εμπνευσμένα από την αρχαία ελληνική μυθολογία και ιστορία που λάτρευε και χριστιανικά θέματα εμπνευσμένα από τους 4 Ευαγγελιστές. Γνωστά του έργα ήταν «Άρμα του Ήλιου», «Οι εννέα μούσες» και πολλά θρησκευτικά που αφορούν την ζωή του Ιησού με τους Αποστόλους του.
Η ακατάπαυστη ενεργητικότητα του τον οδήγησε σε προσωπογραφίες και αγιογραφία, παράγοντας πλήθος εικόνων εμπνευσμένες από ταξίδια που έκανε συχνά στο Άγιο Όρος.
Δυστυχώς όμως όσα πλούσια του χάρισε ταλέντα η προσωπική ευτυχία τόση έλαβε δυστυχία και συμφορά. Το πρώτο ράπισμα της ζωής του ήρθε με τη μεγάλη κρίση της ανίατης φυματίωσης που θέριζε εκείνο τον καιρό. Στα νησιά μας πολλά τα θύματα, μεταξύ αυτών η γυναίκα του και η μια κόρη του. Η λύπη του απεριόριστη και η αρμονία της ζωής του χάθηκε. Άρχισε μανιωδώς να ζωγραφίζει και η δυστυχία του άρχισε να αποτυπώνεται στον καμβά με μεγάλα έργα όπως «Ο Χορός του Ζαλόγγου», «Ηλιοβασίλεμα». Γλωσσιώτης πήρε τρία έργα του στην Αμερική με σκοπό να τα πουλήσει και να στείλει τα λεφτά στον Παπαβασίλη. Αυτός τα πούλησε και μάλιστα σε καλή τιμή, αλλά ουδέποτε έδωσε τα δολάρια στον ίδιο. Πελαγωμένος με τρία ανήλικα παιδιά, πολλές επαγγελματικές υποχρεώσεις δεν μπόρεσε να αντεπεξέλθει στα οικογενειακά του καθήκοντα και πήρε σαν οικιακή βοηθό την Μαριγώ. Η Μαριγώ ήταν καλή, του στάθηκε στον πόνο του και τον βοήθησε να μεγαλώσει τα παιδιά του. Γρήγορα ο ίδιος γοητεύτηκε από την βοήθεια της, την ερωτεύτηκε μιας και ήταν γι' αυτόν ένα πολύτιμο στήριγμα. Τότε υπερίσχυσε το συναίσθημα από την κοινωνική του αξιοπρέπεια και με κάθε μέσο προσπάθησε να την αποσπάσει από τον αρραβωνιαστικό της Τσουκανά Κων/νο, ο οποίος είχε πάει μετανάστης στην Αμερική. Ο ερωτευμένος ιερέας κρατούσε τότε τα γράμματα του αρραβωνιαστικού της μιας και είχε το ταχυδρομείο, καθώς και τα γράμματα που η Μαριγώ έστελνε στην Αμερική. Έτσι ξεχάστηκαν και ο ίδιος κατάφερε να κατακτήσει την «εγκαταλειμμένη» Μαριγώ. Στην κλειστή κοινωνία της Γλώσσας η «ανήθικη συμπεριφορά» του ιερέα - δασκάλου έφερε μεγάλη αντίδραση στην τοπική κοινωνία. Άρχισαν σιγά - σιγά να τον μισούν και να τον περιφρονούν παρ' όλη την προσφορά του. Ο μεγάλος του γιος Σταμάτης μαλώνει με τον πατέρα του και μην αντέχοντας την κατακραυγή φεύγει για την Αθήνα.
Εκεί, έχοντας κληρονομήσει την σωματική ρώμη του πατέρα του, γίνεται θηριοδαμαστής. Ο Παπαβασίλης κουρασμένος, απογοητευμένος και περιφρονημένος συνεχίζει να ζει στη Γλώσσα έως ότου ο Μητροπολίτης Χαλκίδος Γρηγόριος που θαύμαζε τον ιερέα του τον παύει αλλά δεν τον καθαιρεί από ιερωμένο για να σταματήσει τις αντιδράσεις. Ο Παπαβασίλης κατατρεγμένος εγκαταλείπει τη Γλώσσα και προσωρινά φιλοξενείται από φίλο του ιερέα στην Σκόπελο, αλλά βαλλόμενος από παντού, καταφεύγει στην γενέτειρα του Αλόννησο, όπου η μοίρα του εξακολουθεί να τον κατατρέχει. Η κόρη του Νίνα πεθαίνει από μηνιγγίτιδα απρόσμενα. Ο γιος του Αντώνης, ο αγαπημένος του, που στο μεταξύ αρίστευσε στο δημοδιδασκαλείο Λαρίσης, διορίζεται στη Σκιάθο δάσκαλος, αλλά κολλάει κι αυτός μηνιγγίτιδα και πεθαίνει βασανιστικά σε νοσοκομείο της Αθήνας. Ταυτόχρονα άλλα κακά μαντάτα καταφτάνουν μέσω κοινών συγγενών. Η φυματίωση ήταν αιτία θανάτου του θηριοδαμαστή γιου του Σταμάτη. Η δυστυχία του απερίγραπτη. Πάντα στο πλευρό του η σύντροφος της ζωής του Μαριγώ, του συμπαραστέκεται και τον βοηθά. Ο Παπαβασίλης ντυμένος πάντα με ράσα διορίζεται στην Αλόννησο ως διδάσκαλος του εξατάξιου δημοτικού σχολείου, όπου αφιερώνεται κάνοντας εργασιοθεραπεία. Το δημοτικό σχολείο του Παλιού Χωριού Αλοννήσου, που ήταν δωρεά Συγγρού, γίνεται για άλλη μια φορά ο τόπος που βγάζει όλη την ενεργητικότητα του. Με την πίστη στο αρχαιοελληνικό πνεύμα «νους υγιής εν σώματι υγιεί» εφαρμόζει πρωτοποριακά αθλήματα σε χώρους Δημοτικού, ενώ απαιτεί με πειθαρχία από τους μαθητές του να βγάλουν τον καλύτερο τους εαυτό. Και τα καταφέρνει θαυμάσια. Το πρωί έχει τις τρεις μικρές τάξεις και το βράδυ τις άλλες τρεις μεγαλύτερες. Ταυτόχρονα με την πνευματική μάθηση, αφιερώνει πολλές ώρες σε αθλοπαιδιές, τόσο στο χώρο της αυλής του Σχολείου όσο και στην θέση «Μήτσου του σύραχο» μια αλάνα κοντά στο Παλιό Χωριό. Ακοντισμός, δισκοβολία, τρέξιμο, σφαιροβολία, άλμα εις μήκος και εις ύψος είναι πρωτοποριακά αθλήματα για το απομονωμένο νησί της Αλοννήσου και μάλιστα προπολεμικά.
Κάθε Σάββατο υπήρχε το μάθημα του κατηχητικού και αυτό πρωτοποριακό. Εξηγούσε στους μαθητές του τι θα πει στην αυριανή λειτουργία ο κληρικός και απαιτούσε παρουσία όλων των μαθητών στην εκκλησία. Καταφέρνει και μαθαίνει γράμματα ταυτόχρονα μόνος του σε 160 μαθητές και όλοι οι σημερινοί γέροντες που ήταν μαθητές του, θεωρούν ότι μορφώθηκαν καλύτερα από τις επόμενες γενιές. Σε επίσκεψη επιθεωρητών στο σχολείο του, επιβεβαιώνονταν συνεχώς η πρωτιά του σ' όλη την περιφέρεια Χαλκίδος, όπου διοικητικά ανήκαμε. Η επιθεώρηση γινόταν ως εξής: Ο περιοδεύων επιθεωρητής έβγαζε στην άκρη το δάσκαλο και εξέταζε επί ώρες τους μαθητές όλων των τάξεων. Έκπληκτος έβλεπε ότι εύκολα απαντούσαν σε όλες του τις ερωτήσεις με προηγμένο επίπεδο και τότε ο επιθεωρητής ενθουσιασμένος σηκώθηκε, τον αγκάλιασε και του έδωσε συγχαρητήρια. Στην ιδιωτική του ζωή η κοινωνία της Αλοννήσου ξέχασε την ερωτική του ατασθαλία, τον αφομοίωσε και τον δέχτηκε ισότιμα. Με ψυχική ηρεμία που έφερε ο χρόνος και με τη βοήθεια της Μαριγούλας κατάφερε να ξαναβρεί την παλιά του φόρμα και να ξεπεράσει το σκαμπίλι της ζωής. Άρχισε να ξαναζωγραφίζει κυρίως τοπία που έβλεπε από το σπίτι του στη θέση Περνάρι και αργότερα στο άλλο κοντά στο παλιό Σχολείο. «Τα δύο αδέρφια», «Η Μανώλα», «Ο Άη Γιώργης» (το νησί) κ. ά. Ταυτόχρονα αγιογραφεί σειρά εικόνων που ακόμη και σήμερα κοσμούν εκκλησίες του νησιού με την υπογραφή του Β.Π. Αυτές είναι «ο Αγιος Νικόλας», «ο Άγιος Παντελεήμων», «ο Ευαγγελισμός» κ. ά. Είναι και εποχή που προσωπογραφεί και τον εαυτό του από καθρέφτη με μεγάλη πιστότητα.
Η μουσική είναι το δεύτερο πάθος του και σε κάθε ταξίδι του στο Βόλο αγοράζει από το κατάστημα του Θ. Παλούκα δίσκους της Columbia με πλήθος μουσικών θεμάτων. Αμανέδες, νησιώτικα, λαϊκά της ηπειρωτικής Ελλάδος αλλά και κλασικής μουσικής καθώς και μοντέρνους χορούς της εποχής (ταγκό, βαλς). Όταν στην απομονωμένη Αλόννησο του '20 κανείς δεν ήξερε τον Μπετόβεν ή τον Στράους ο Παπαβασίλης τους λάτρευε και τους έπαιζε στο βιολί του. Περνούσε ώρες ατελείωτες τον ελεύθερο χρόνο του με τις νότες του βιολιού του, απορροφημένος από τον θαυμάσιο κόσμο της μουσικής. Σε γλέντια και σε γάμους πήγαινε όχι σαν οργανοπαίκτης αλλά από ενθουσιασμό και μεράκι και ξεσήκωνε τους γλεντζέδες συμπατριώτες του. Το πνεύμα του πάντα προοδευτικό, συνεχίζει να αθλείται και να παίρνει μέρος στους πανθεσσαλικούς αγώνες και να κερδίζει σωρεία διακρίσεων σε σφαιροβολία, δισκοβολία, ακόντιο και άλμα εις ύψος. Όλοι σοκάρονταν όταν έβλεπαν μεταξύ των αθλητών έναν ιερωμένο που λάμβανε μέρος με το καφέ ράσο και ενθουσίαζε την κερκίδα όταν πρώτευε. Μια άλλη άγνωστη πτυχή του ανήσυχου ιερέα ήταν η ενασχόληση του με την αστρονομία.
Τα βράδια καθόταν στο μπαλκόνι του και μέσα από τα θαμπά γυαλάκια του αστρολάβου μελετούσε τα άστρα, προκαλώντας την περιέργεια των συμπατριωτών του που ούτε καν ήξεραν το όνομα του αστρολάβου. Μελετητής ο ίδιος του Κοσμά Αιτωλού μιας και είχε περάσει κι εκείνος από τις Β. Σποράδες, άρχισε να κάνει κάποιες προφητείες που τότε οι συμπατριώτες του άκουγαν με σεβασμό στο πρόσωπο του, αλλά δυσπιστία στα λεγόμενα του. Ογδόντα χρόνια πριν προέβλεψε ότι στην Αλόννησο θα κυκλοφορούν άνθρωποι γυμνοί και ότι θα πηγαίνει κανείς στο Βόλο σε πολύ λίγες ώρες που στην εποχή μας δικαιώθηκε. Εάν άφησε κάποια γραπτά κανείς δεν ξέρει ή πετάχτηκαν μετά θάνατο.
Η Βυζαντινή μουσική ήταν μία ακόμη πρόκληση και για πολλά χρόνια ήταν ψάλτης δίπλα στον Παπαχριστόδουλο. Άλλη μια άγνωστη πτυχή της ταλαντούχας φύσης του ήταν η συνεχής τεχνική δημιουργία. Αυτός συνέλαβε την κατασκευή της κεντρικής αρτηρίας Πατητήρι - Παλιό Χωριό σε καλντερίμι για να μη γλιστράν τα ζωντανά στις λάσπες. Αργότερα με την επέκταση του Παλιού Χωριού προς τα παραλιακά μέρη χτίζει το σπίτι του στη Βότση, όπου υπάρχει ακόμη και σήμερα και ανήκει στην οικογένεια Λαρυγγάκη, κληρονόμων της Γλωσσιώτισας Μαριγώς.
Ο κουρασμένος γέροντας πια Παπαβασίλης, σε ηλικία 76 ετών βγαίνει σε σύνταξη, αλλά τέσσερα χρόνια αργότερα ανεβαίνοντας στο Παλιό Χωριό, αφού όλη μέρα είχε δουλέψει στο αμπέλι του, πέφτει κοντά στον Άη Λια το 1941. Ο Αλοννήσιος γιατρός Τσουκανάς - μαθητής τότε - τρέχει έντρομος, αλλά είναι πλέον αργά. Ο πιο σπουδαίος Αλοννήσιος του περασμένα αιώνα πεθαίνει από πνευμονικό οίδημα. Η θλίψη μεγάλη, η μνήμη του έντονη ακόμη και στις μέρες μας. Τα οστά του μεταφέρθηκαν ευλαβικά από τον ιερέα Γρηγόριο και εναποτέθηκαν στο κοιμητήριο της Αγίας Παρασκευής.

του Κώστα Μαυρίκη