Εδώ θα βρείτε μια συλλογή λέξεων που πολλές από αυτές χρησιμοποιούνται ακόμη στο καθημερινό λεξιλόγιο των Αλοννησιωτών. Αρκετές έχουν τις ρίζες τους από αρχαίες ελληνικές λέξεις.

με αλφαβητική σειρά 

Αλοννησιώτικα=σημασία της λέξης

Αβδά = εδώ
αγανό = αραιό ύφασμα
άγκιασι=έχει φύγει μακριά μας (σε απόσταση)
Αγκιό=δοχείο
Αγκούσα=Ο σάκος που έχει στο λαιμό η κότα που αποθηκεύει τροφή
αγρικάω=καταλαβαίνω
Αλκουντίσ λιγάκ=αργοπόρησε λίγο
αλμπάνς=άσχετος
αλμπούρσι=Έγειρε από το βάρος
αλόϊαζα=κοίταζα
αλουΐ=δηλητήριο
αμουκαϊτσά = αμέλεια
αμούριου=έφορο χωράφι δυνατό χώμα
αμποδιακός=ποδαρικό (τη Πρωτοχρονιά)
αμπουλιάσκα=λιποθύμησα
αμπουριά=πόρτα σε μαντρί
αναγκιός=το μέρος που πήγαιναν παλιά για την ανάγκη τους (wc)
αναγκρίζω=Παρακινώ κάποιον
Ανάκρα=Χωρίς μυική δύναμη
αναμπαίζω=κοροϊδεύω
Αναπιταρίκ=Ρίξιμο του σακακιού στη πλάτη
ανασακιάσκα=ενδιαφέρεται
Ανατσουτσουρώθηκε=Ανατρίχιασε, έτοιμος για καυγά
Αναχαράζω=αναμασάω
Ανέσουστος=αδύναμος
Ανεφέλετος=αδύνατος
ανόψανου=Αγίνωτο, άγουρο
αντιμάμαλου=κυματισμός από πολλές κατευθύνσεις κοντά στα βράχια (όταν χτυπάει στα βράχια και γυρίζει πίσω)
αντιρόκλια=ο λαίμαργος, λιχούδης
αποσώνω=πετάγομαι και διακόπτω κάποιον όταν μιλάει
απουïάζει=φυσαει ελαφρά
απστόμσι=ακούμπησε
αρέ κλεισ του καπάνς=κλείσε το στόμα σου
αρίδα=πόδι
αρκαντάς = φίλος κολλητός
αρμακάς=σωρός με μόλια (μικρές πέτρες)
άτζα=γάμπα
αφιόνν=Έγινες θηρίο, νευρίασες (έγινε αφιόνν)
βαβού = προγιαγιά
βγού=Ράφι τζακιού
βλαστμοκοπάω=βρίζω, ρίχνω βλασφημιές
βούκλα=Εκεί που πιάνει ο σύρτης, κρίκος
βουρβούκ = πάρα πολύ
γανιάζω=κάνω κάτι με κόπο
γιαρντίμ = όταν βοηθάς κάποιον στη δουλειά για λίγο
γίνε άμουρους από δω = φύγε από δω γρήγορα
γιουντίζ=ταιριάζει
γιουρντάω= θα σου ορμήσω να σε δείρω
γιουρούκ = δυνατός τολμηρός άνθρωπος
γιρλιό=γυρίζω (άιτους γιρλιό=γυρίζει συνέχεια)
γκαβό=μάτι
γκαϊδός=Τυφλός, στραβός
γκαλιουρίζω=Ίσα που βλέπεις κάτι
γκλάβα=μυαλό
γκλαβανί=άνοιγμα καταπακτής
γκλίνια=χέρια
γκόθκα = έφαγα πολύ, στούμπωσα
γκολινάρι (γκουλναρ) = γυμνός
γκομιάζω=Κουτσομπολεύω κάποιον
γκουμούτσα=μεγάλο
γλέφαρος=μέτωπο
γριντίθκου=πρόχειρα κατασκευασμένο
γριπάρσα=Έγινα έγω φρενών
γρούντα=τούφα μαλλιών
γρουτσλάκι=σπυράκι
δαρτύ βροχή=δυνατή βροχή
διακαϊμό=Μόλις που πρόλαβα να το δω για λίγο
έζαψε=Έπεσε κάτω
έκανες μουρδαριά=λέρωσες
ζαβλακώθηκα=αποβλακώθηκα
ζάγκλα=Βρώμικος άνθρωπος (χαρακτηρισμός)
ζαγκλιάρς=Τρικιεριώτης
ζαλίκα=ένα δεμάτι
ζαμακώνω=χτυπάω
ζαμάν=Αφόρητη ζέστη
ζαμπνιά=αρρώστια
ζαπουνές=αμάνικο ρούχο
ζαφτίζω=χτυπώ
ζγαρλέβου=ενοχλώ
ζγατζό=μικρό κοντό και αγκαθωτό δέντρο
ζγκνίζω=τριγυρνώ εδώ και κει
ζμουγαλίζου = φέρνω γύρω γύρω και δεν κάνω τίποτα
ζμπούνος = κοντός
ζνιχ = νεύρο της πλάτης και του λαιμού
ζνταβλάω = ανακατεύω τα ξύλα του τζακιού
ζντάζομαι=ενδιαφέρομαι
ζντουμίζου=Βάζω τα πράγματα στη σειρά
ζουμπερέκι=Το πόμολο της πόρτας
ζούμπερο=ζωήφιο
ζούρκους=κοντός που τρώει και δεν χορταίνει
θα ζάπσου=θα πέσω κάτω
θλιάζω=Μπολιάζω δέντρο
καλτσώθκα=Πιάστηκα πάνω σε κάτι
καμπαέτ=σκληρή και πολύ δουλειά
καπάνι=στόμα
καραγιαλής=κρύος βόρειος άνεμος
καραμπάτς=κεφάλι
καρκανάκι=αυτή που γελάει χωρίς λόγο και συνέχεια
καρπουλόϊ=Εργαλείο για τον καθαρισμό του σταριού
καρσή=απέναντι
καταï=κάτω
κατάζιω=εκεί που κοιμούνται οι κότες
καταμπούκι = θαμπάδα της ατμόσφαιρας, χωρίς ορατότητα λόγω καιρού
κατσαγκούλα=Ορνιθοσκαλίσματα (γράψιμο)
κατσαπλάκια=ελαφρά ρούχα
κατσφάρα=λίγη και σύντομη βροχή
καφκί=Βαθύ πιάτο
καψουνέφκα=ψιλιάστηκα
κένωσα=σέρβιρα φαγητό
κιλομάναχο=μοναχό του, μόνο του
κιρουφλάει=παραφυλάει
κίστση=κάνει πολύ ζέστη
κλούκ (ι)=αργοκίνητος, χοντρός
κναβ=μούσκεμα
κνεύομαι=βαριέμαι
κουκλέντρα=Ιστός από αράχνη στις γωνιές του ταβανιού
κούλμου=Γεμάτ μέχρι πάνω
κουλουίρα=κωλοτούμπα
κουλουμπάρδια=Όταν σβολιάζει κάτι
κουντηντές=αυτός που δουλεύει για τους άλλους ενώ αυτός δε απολαμβάνει τίποτα
κουπός=ίχνη που ακολουθεί ο σκύλος
κουσκνού=αυτή που γυρίζει όλη μέρα από δω και από κει
κουτζμπάνι=φαγωμένο δέντρο από τα γίδια
κουτζμπός=χαζός ανόητος
κούτλους=Μικρός κουβάς
κούτπας=Η κορφή του κεφαλιού
κουτσμανίνα=πεταχτούλα, νόστιμη γυναίκα
κουτσοπλακιά=παρέα μικρών παιδιών
κουτσουνούρς=Ο διάβολος
κρελές=χαβαλές
κριτσιλάγκος=Ο λαιμός της κότας
κρυφοδάγκωτος=ο κρυψίνος, ύπουλος
κτούκ=Κτήνος, αναίσθητος
κτουριά=Έκανε κάτι γενναίο, τόλμησε
λαγκεύω=λιγουρεύομαι
λεγκέρα=Μεγάλη λεκάνη (πλαστική)
λιανόματα=Ψιλά κέρματα
λόιδο=μακριά τούφα μαλλιών
λόρδα=πείνα (μ' έκοψε λόρδα=πεινάω πολύ)
λουχερό=τρυφερό φυτό
λτσίσκα=λερώθηκα
μαγκούφ=κάτι που δεν έχει νοικοκύρη είναι μόνο
μαμούδ=Μικρό ζωήφιο
μανανάκι=δεν έχει μυαλό στο κεφάλι του, κάνει βλακείες
μαναφούκια=Βάζω «λόγια» σε κάποιον
μαντζόβουλο=βολικό μικρό
μαρούδ=Μικρή στάμνα
μας απανέφκη=μας εμφανίστηκε και μας φορτώθηκε
μι μπαταλάρσης=με ξεπέρασες
μικιάνια=Γνώριμο μέρος
μκουσά=Μπουκιά ψωμιού
μόλια=μικρές πέτρες κατά το πλείστον στρογγυλές
μουαμπέτ=παρέα που παίζουν μουσική
μουλαïμση=δεν ποναει πολύ η πληγή είναι καλύτερα
μουρδαργιά=βρωμιά
μουρτζής=μουλάρι
μούσγα = υγρασία
μουτζαλιά=μουτζούρα
μουτσνιά=Πέσιμο, τούμπα
μπαïρ=άγονο χωράφι, σκληρό χώμα
μπακρατς=κουβάς
μπάμπαλο=Κόκκος σκόνης
μπαμπατζάνος=Γερός, δυνατός
μπαμπουρίδα=κατσαρίδα
μπαρτσά=Κομμάτι ψωμί
μπασακάκια=Μισάτα πράγματα, μισές δουλειές
μπατίκια=αρραβώνες
μπιζέρσα=βαρέθηκα
μπιρμπιλάω=σε ζαλίζω με κάτι, μιλάω πολύ
μπίτσα=Τέλειωσα κάτι ( πχ έχω να μπιτισω μια δλια)
μπλαμούτσα=Μεγάλη πατούσα
μπλουθάκι=κρυφτό (το παιχνίδι)
μπολέτο=προικοσύμφωνο
μπούγιου=όγκος
μπουδναρ=Πατζάκι παντελονιού
μπουλίτσα=Ράφι μέσα στο τοίχο (του τζακιού)
μπουρμπουτσέλι=χαλάζι
μπρομούτσει=Έπεσε μπροστά
μσιρός=σακατεμένος (θα σε μσιρεψου=Θα σε σακατέψω)
να καλουσχιρίσου = να ευχαριστηθώ
νίλα=συμφορά, ζημιά
νταβί=Έχω νταλκά με κάτι (πχ τσ’ κλιάς’ ιμ το νταβί - πεινάω)
νταϊάντα=Περίμενε, κάνε υπομονή
νταλάκιασα=Έσκασα από τη δίψα
ντιλίν=ψηλός
ντιρλίκ=ποτό
ντιρλικώνω=τρώω
ντουκάνν=εργαλείο για το αλώνισμα
ξαγκλίζω=Κόβω ένα κλαδί με το χέρι
ξαργουτού=επίτηδες
ξάτσι=φάνηκε
ξεθρακιάζω=ξεχωρίζω πέτρες από το χώμα
Ξεμπαρλακώνω=Ξεχαρβαλώνω, χαλάω κάτι

ξερογκαγκάνιασα=διψάω πολύ
ξιλέστατος=Αυτός που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του
ξιρουμαράθκα=κοιμήθηκα
ξιρουσβούρας=ο καιρός αρκετά συννεφιασμένος προς βροχή
ξισνέριου , ξισνερίζουμη = Δίνω σημασία σε κάτι ανόητο
ξόμπλι=στολίδι
ξοπς=ξυστά
όχτος=κομμάτι γης στα κτήματα
παλαχάν=Περιμένω να κρυώσει το φαγητό
παραβλουιμένες=Αυτός άκουσε τα σχολιανά του
Παραγούδ=κρύο
Παραλόϊσα=σάστισα
Παραστατό=Κούφωμα πόρτας
Παραστιά=Εστία τσακιού
παραστόλιασα=εκτροχιάστηκα, παραφέρθηκα
παραφέλα=Κομμάτι από το φλοιό του δέντρου
Παρουξίτκις=παράξενες
Παστάλα=Ώριμος καρπός που πέφτει κάτω
πατλιά=άβατο σημείο, με πολύ βλάστηση
Πατσαουρτζάς=ατημέλητος
πέτουρου=φύλλο πίτας
Πιταρούθκου=Πουλί που πετάει για πρώτη φορά
Πριτσίλιξε=Όταν το νερό πετιέται μακριά
προβέτζο=απότομη αλλαγή του αέρα από Νοτιά σε Βοριά
προυτνός=Παλιός άνθρωπος
πύρκνιασα=φούντωσα σπυράκια
ραγάνι=δυνατό μπουρίνι, αέρας πολύς
ριβέλι=κουρέλι, πολύ σκισμένο (συνήθως αναφέρεται στα δίχτυα)
Ριπιτίν=ευκοιλιότητα
ριστία=κυματισμός χωρίς αέρα κοντά στα βράχια
ριτστές=φαγητό με αλεύρι
ρμανι=δάσος χαμηλής βλάστησης, θάμνοι
Ρουίλα=καντίλα
ρούκωσε=Άραξε, έκατσε πολύ σε ένα μέρος
ρουσπού=πονηρή
σαβού=λαδολέμονο
σαβουριάστηκε=έπεσε κάτω
σαρώνω=σκουπίζω κάτω
σάχνιασα=βρώμα, δυσοσμία (συνήθως το λέμε ότι είναι λερωμένο το εσώρουχο...)
σέα=πολλά πράγματα
σέκος=ανακοπή (έμεινε σέκος=έπεσε κάτω ξερός, χωρίς αντίδραση, από ανακοπή)
σία=κάνε πίσω με τα κουπιά
σιασέτ=σαματάς
σιγάρω=χωράω (πολλά σέα, δε θα τα σιγάρουμε δηλ. δεν θα τα χωρέσουμε είναι πολλά τα πράγματα)
σιρμαïά=απόθεμα σε χρήματα
σκαπέτση ο ήλιος=ο ήλιος βασίλεψε
σκνιάζω=μυρίζω πολύ (βρωμοσκνιάζω=μυρίζω πολύ κ' άσχημα)
σκουτίδ  άσβους=πυκνό σκοτάδι
Σμα=κοντά
σμάζουμα=ο ξένος , αυτός που έχει έρθει από αλλού στον τόπο μας
Σνέματα=φλέγματα
σνί=ρηχό ταψί που κάνουν πίττες
σουλούνταβους= δεν κάθεται ήσυχα, ανήσυχο παιδί
σουρλουλού=ελαφρόμυαλη
σπλάθα=ριπή ανέμου
Σπόρκα=Τα βρήκε δύσκολα
Σπουρν=Αποκαϊδια τζακιού
στιγάδ=σεντόνι απο μαλλί από γίδια, συνήθως τράγο
στιγάδ=στεγνό

Στιμάρσα=σημάδεψα
Στραβολέκα=γκλίτσα

στρουγγλιάτου=είδος τυριού μαλακού

συκλέτ=δυσφορία στενοχώρια που προέρχεται από την κοιλιά
Σφιτζούριξα=Έριξα κάτι μακριά
σφλουμόθκα=βαρέθηκα να είμαι κλεισμένος μέσα
Σφυρδουκλιά=τρικλοποδιά
σφλέτσα=μικρό κομμάτι ξύλου, ακίδα
Σώσε=τέλειωνε
ταβλιάστηκα=ξάπλωσα πολύ κουρασμένος, κοιμήθηκα κατευθείαν
ταλιαρίσω=(χρησιμοποιείται με πολλές έννοιες πχ. θα σε ταλιαρίσω στη δλεια=θα σε κουράσω πολύ γιατί θα δουλέψουμε πάνω από ότι πρέπει, πχ τις ταλιάρισε τις γόπες=έβγαλε πολλές γόπες στο ψάρεμα)
τζούβα=Βουτιά σε κάτι
Τίλουσα=Γέμισε το στομάχι του με φαί, παράφαγε
τζουτζλούμς=παράξενος άνθρωπος με το φαγητό, (το ένα του ξινίζει το άλλο του μυρίζει)
του νι πρόγκιξα= του έβαλα τις φωνές
Τρικέρ=αδέξιος
τσαγκούρνισα=Χτυπάω κάτι στη γωνία και χαλάει
τσαγκλιά=σπασμένα κομμάτια
τσακανιζω=τρίβω πχ. τσακανιζει τα δοντια του
τσαλαφτάω=παίζω με τα νερά, γίνομαι μούσκεμα
Τσάρκους=Μέρος του στάβλου
τσαρπάλ=αγκάθι, κάτι μυτερό
Τσαρπαλώθηκα=Τρυπήθηκα με αγκάθι
Τσαρπί=Μικρό δοχείο νερού
Τσέργα=Κουβέρτα από μαλλί τράγου
τσέτζελα=διάφορα αντικείμενα, συνήθως περιττά
τσιβίκι=μικρή λεπτή πέτρα σα σφήνα
τσιλιγκρός = λεπτός, αδύνατος
τσιλίκι=μικρό κομμάτι ξύλου (τσιλίκι τσιλικόβεργα-παλιό παιχνίδι στην Αλόννησο)
τσιμτσιρένιο=ψεύτικο, χαμηλής ποιότητας
τσιρνιάζω=κρυώνω
τσιρουστιά=Πυρωστιά τζακιού
τσοραπίνα=ειδική "κάλτσα" χωρίς κάτω μέρος γιατί εφαρμόζει το τσαρούχι από κάτω
τσουπιά=
τσούτσο=μικρό
Φέξα=φώτα
φιγκλάρ=καμινάδα
Φιλί ψωμί=Φέτα φωμιού, κομμάτι
φκιέλ=Δικέλη
Φλαμπούρ=Χαζός, ηλίθιος, ζώον
φλέσουρα=φύλλα ξερά
φλομπέτες=άσπρα σπυράκια που βγαίνουν μέσα στο στόμα
Φούρουσι=Πήρε φωτιά
φτάω=βουτάω (συνήθως ψωμί σε σαλάτα κτλ)
χαντός=χαζούλης
χασμούσα=χάρες
χειροτια=γάντια
χιλουτίρα=Σακί που κρεμάμε στο κεφάλι του ζώου με τροφή
Χλιαρ=κουτάλι
Χούϊαξα=φώναξα
χουλουμάνισα=στεναχωρήθηκα πάρα πολύ έκλαψα
χουσμέτ=όταν σε στέλνει κάποιος κάπου για να του κάνεις κάποια δουλειά ,θέλημα
χουχούλατον=Ζεσταίνετε φυσώντας
Χώθκα=λερώθηκα
Ψάρα=Κομμάτι πίτα

ΟΙ ΜΗΝΕΣ

θιρστής = Ιούνιος
αλουνάρς = Ιούλιος
τρυγητής = Σεπτέμβριος
σπουριάς = Οκτώβριος
αντρειάς = Δεκέμβριος

Βρισιές

Αχρόνιαστους & Αβράδιαστους
Αλμπάν
Απ να βγει του ματς κι του γκαβός
Αρι μουσκαραλίκ
Αρι τριγώνα
Αρι φσούνα
Αχμάκ
Βρε σιρσέμ
Βρε στραβουμτζαμένι
Γιλάδ σκιότκου
Γκαβουντόλ
Γκαμούζου
ζαγάρ
κουλιλές
Μουσκίδα
Μπιλμέμ
Ξκιζάν
Πυρκνιάρς=σπυριάρης
Φλαμπούρ

Φράσεις

Απ να σ' βγει του ματ'ς κ' η χάντρα σ'=είδος βρισιάς & κατάρας
μι τσ' γιες και ο μπέμπης=ευχή για το καινούργιο μωρό
μου'ρθε καμπανιά=συνέβη κάτι ξαφνικό, έκπληξη
μπασακάκια και γκοειδομάτες=κάνεις βλακείες, λες χαζομάρες
Να σι κοπς κι να σι θιρίσ
ουρλιλί τ'σ'κουτσμπής=χαμός, φασαρία μεγάλη
πάει το καπάν'τ ροδέλα=μιλάει πολύ
σαπάν στου κτούπ=επάνω στο ύψωμα

σγκνιζ'νι τα μλίγγια' μ=πονάει πολύ το κεφάλι μου, συνήθως μετα από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ
του νι φέρνου ράστ και τκοφτου μια = τον φέρνω βολικά και τον κτυπω
τσκάλια κι χειρούλια=τα έκανες μαντάρα (σκατά)
τύφλες και μούτζες και μαύρα σκοτίδια νε=είδος βρισιάς
τώρα αβλάτσης κι συ = τώρα σου ήρθε και σένα να μου ζητήσεις κάτι ενώ δουλεύω

Ευχαριστούμε τον Κο Ιωάννη Αλεξίου, Βασίλη Παπαβασιλείου, Λιάκου Γεωργία, για το χρόνο τους να συγκεντρώσουν και να καταγράψουν το μεγαλύτερο αριθμό λέξεων της λίστας.