Α. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΦΑΡΩΝ

 Η ονομασία των φάρων συνδέεται άμεσα με τον πύργο που έκτισε στο Αιγυπτιακό νησί Φάρος, στα ανατολικά της εισόδου του λιμανιού της Αλεξάνδρειας, ο μεγάλος Αρχιτέκτονας των Ελληνιστικών χρόνων Σώστρατος. Ο πύργος κτίστηκε στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα και κατέρρευσε από σεισμό τον 8ο μ. Χ. αιώνα. Από το όνομα αυτού του νησιού της Αιγύπτου πήραν την ονομασία τους όλοι οι πυρσοφόροι πύργοι, οι οποίοι χρησίμευαν για την επισήμανση της πορείας των πλοίων εκτοπίζοντας κάθε άλλη γνωστή μέχρι τότε ονομασία.
 Μέχρι τον 18ο αιώνα στη λειτουργία των φάρων χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή της φλόγας, ως καύσιμη ύλη, τα ξύλα, τα κάρβουνα, ή ακόμη και διάφορες ρητίνες. Από τον 18ο αιώνα και μετά αντικαταστάθηκε η παραπάνω καύσιμη ύλη και καθιερώθηκε το λάδι και κυρίως το πετρέλαιο.
 Το 1819 ο Fresmel επινόησε και παρουσίασε το πρώτο καταδιοπτρικό μηχάνημα φάρου, ενώ το 1925 ο Le Pante πέτυχε τη ρύθμιση της ταχύτητας περιστροφής του φωτιστικού μηχανήματος.
Οι απαιτήσεις όμως της ασφαλούς ναυσιπλοΐας για ανεγέρσεις φάρων σε δυσπρόσιτες περιοχές όπως οι ύφαλοι, οι σκόπελοι, οι βραχονησίδες κ.ά. και η ανάγκη επάνδρωσης των φάρων αυτών, οδήγησε την έρευνα στην κατασκευή φωτιστικών μηχανημάτων που δεν απαιτούσαν την καθημερινή ανθρώπινη παρουσία.
Έτσι το 1911 η Σουηδική εταιρεία AGA παρουσίασε μία τέτοια συσκευή που λειτουργούσε με αέριο ασετιλίνης. Η συσκευή αυτή άναβε αυτόματα τη νύχτα και τις μέρες με πυκνή συννεφιά  και έσβηνε πάλι αυτόματα όταν υπήρχε επαρκής ορατότητα.
Την περίοδο 1913-16 εγκαταστάθηκαν 25 τέτοιοι αυτόματοι φάροι σε ισάριθμες περιοχές της χώρας μας.
 Από το 1946 έχουμε τη χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος στη λειτουργία των φάρων, εκεί όπου τα κτίσματα αυτά ήταν προσιτά και η ηλεκτροδότησή τους ήταν εύκολη. Τα τελευταία χρόνια σταδιακά εγκαταλείπεται και η ηλεκτρική ενέργεια και αντικαθίσταται με φωτοβολταϊκά στοιχεία που μετατρέπουν την ηλιακή ενέργεια σε ηλεκτρική.

B. ΤΟ ΦΑΡΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 Το φαρικό δίκτυο της χώρας μας θεωρείται από τα μεγαλύτερα και πιο οργανωμένα στον κόσμο. Αυτό αποτελείται από 1309 φάρους, φανούς και φωτοσημαντήρες εκ των οποίων οι 57 είναι επιτηρούμενοι, ενώ οι 6 είναι μόνιμα επανδρωμένοι.
 Η ακριβής χρονολογία κατασκευής του πρώτου Ελληνικού φάρου δεν μας είναι γνωστή. Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι ο πρώτος φάρος κτίστηκε στην Αίγινα το 1827 όταν ο Καποδίστριας την όρισε πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Το 1831 τοποθετήθηκαν ακόμη δύο φανοί στα λιμάνια των Σπετσών και της Κέας αντίστοιχα και το 1934 κατασκευάστηκε ο φάρος στο Γαϊδουρονήσι της Σύρου που είναι ο ψηλότερος του Ελληνικού δικτύου με ύψος 29 μέτρων περίπου, ενώ ακολούθησε και η κατασκευή και πολλών άλλων. Έτσι το 1863 το φαρικό δίκτυο στην Ελλάδα αριθμούσε 29 φάρους και φανούς, ενώ τον επόμενο χρόνο με την απελευθέρωση των Ιονίων νήσων προστέθηκαν άλλοι 15 που είχαν κατασκευαστεί ήδη από το 1822 από τη Μεγάλη Βρετανία στην οποία ανήκαν μέχρι τότε τα Επτάνησα.
Μέχρι το 1887, χρονολογία σταθμό για την ιστορία των Ελληνικών φάρων, προστέθηκαν άλλοι 25 φάροι και φανοί (σύνολο 49) ανάμεσά τους και δύο στη Μαγνησία (ένας στο Τρίκερι και ένας στο Βόλο), πρώην Τούρκικοι, που αποκτήθηκαν με την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881. Το 1887 επί Χαριλάου Τρικούπη θα ψηφιστεί ο νόμος «περί συστάσεως ταμείου φάρων» ο οποίος θα λύσει οριστικά όλα τα μέχρι τότε προβλήματα και θα δώσει νέα ώθηση στην ανάπτυξή τους. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-13 θα προστεθούν και άλλοι 35 φάροι και φανοί που είχαν κατασκευαστεί από τους Γάλλους για λογαριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την ενσωμάτωση των «νέων Χωρών» στο Ελληνικό Κράτος και ο συνολικός αριθμός θα ανέλθει στους 193.
 Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και λειτουργία του φαρικού δικτύου θα παίξει ο Στυλιανός  Λυκούδης ο οποίος γεννήθηκε στη Σύρο το 1878 και υπηρέτησε στην υπηρεσία φάρων για περισσότερο από 50 χρόνια μέχρι και την αποστρατεία του το 1939. Έτσι κατά την 25ετία 1913-1936 με την αναδιοργάνωση της υπηρεσίας φάρων υπό την ευθύνη και την καθοδήγηση του Στυλιανού Λυκούδη θα προστεθούν άλλοι 191 πυρσοί, αριθμός αρκετά σημαντικός στην ολοκλήρωση του φαρικού δικτύου.
 Στα χρόνια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου οι φάροι θα υποστούν σημαντικές φθορές, αφού αποτελούσαν εύκολο και εμφανή στόχο τόσο στις αεροπορικές, όσο και στις ναυτικές επιδρομές. Μετά την απελευθέρωση, από του 400 φάρους και φανούς που υπήρχαν σε λειτουργία στις Ελληνικές θάλασσες βρέθηκαν να λειτουργούν μόνον 28.
Το 1945 άρχισε μία συστηματική προσπάθεια για την αποκατάσταση των ζημιών και το 1946 λειτουργούσαν ήδη 374 φάροι, φανοί και φωτοσημαντήρες.

Γ. ΟΙ ΦΑΡΟΙ  ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

 Το φαρικό δίκτυο της Μαγνησίας αποτελείται από πέντε (5) πέτρινους φάρους οι οποίοι κατά χρονολογική σειρά είναι: 1) ο φάρος Τρικερίου, 2) ο φάρος «Γουρούνι» Σκοπέλου, 3) ο φάρος Ψαθούρας, 4) ο φάρος Αργυρονησίου και 5) ο φάρος Ρέπι Σκιάθου.
1. Ο ΦΑΡΟΣ ΤΡΙΚΕΡΙΟΥ: Βρίσκεται στο απώτατο άκρο της χερσονήσου της Μαγνησίας στο ακρωτήριο Καβούλια στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου, σε γεωγραφικό πλάτος 30ο  6΄ 15΄΄  και γεωγραφικό μήκος 23ο  3΄ 35΄΄ . Κτίστηκε  σε δύο οικοδομικές φάσεις, η πρώτη το 1854 από τη Γαλλική εταιρεία των Οθωμανικών φάρων, κατά την οποία κτίστηκε το φαρόσπιτο, ενώ το φωτιστικό σώμα βρίσκονταν στην κορυφή μεταλλικού πύργου και εντάχθηκε στο Ελληνικό φαρικό δίκτυο το 1881 με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος. Στη δεύτερη οικοδομική φάση κτίστηκε ο πύργος του φάρου το 1918 από το Ελληνικό Δημόσιο, ο οποίος είναι τετράγωνος και έχει ύψος 9 μέτρων. Στο επάνω επίπεδο μέρος του πύργου πατά ο κυλινδρικός μεταλλικός κλωβός, ο οποίος στεγάζει το φωτιστικό σώμα το οποίο βρίσκεται σε εστιακό ύψος 16 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Το 2001 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
2. ΦΑΡΟΣ ΓΟΥΡΟΥΝΙ ΣΚΟΠΕΛΟΥ: Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νησιού στον κάβο «Γουρούνι» απ’ όπου πήρε και το όνομά του και απέχει από τη Γλώσσα περί τα 10 χιλιόμετρα. Το στίγμα του είναι 39ο  15,5΄ 24΄΄  γεωγραφικό πλάτος, 23ο  35,6΄ 36’’  γεωγραφικό μήκος και το εστιακό του ύψος από την επιφάνεια της θάλασσας είναι 70 μέτρα.
Κτίστηκε το 1889 από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τη χρονολογία που υπάρχει στο φωτιστικό μηχάνημα.
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό κτίσμα το οποίο δεσπόζει στην καταπράσινη πλαγιά του βουνού και αποτελείται από το φαρόσπιτο και τον ενσωματωμένο σ’ αυτό πύργο στην κορυφή του οποίου είναι το φωτιστικό σώμα.
Ο πύργος του φάρου είναι τετράγωνος, λιθόκτιστος και η επίστεψή του διαμορφώνεται με πόρινα τοξύλια τα οποία στηρίζουν το γείσο του και διαμορφώνουν το επίπεδο πάνω στο οποίο πατά ο φωτιστικός κλωβός. Το ύψος του λίθινου κορμού του πύργου είναι 14 μέτρα, ενώ μαζί με το φωτιστικό κλωβό ανέρχεται στα 17,8 μέτρα περίπου.
Ο φωτιστικός κλωβός περιλαμβάνει τον φωτιστικό μηχανισμό με το περιστροφικό διοπτρικό του, το οποίο είναι κατασκευασμένο στο Παρίσι στο τέλος του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την επιγραφή του «SAUTER LE MONNIER & S.I.E. PARIS 1887».
Αρχικά ο φάρος λειτούργησε με φωτιστική ύλη το πετρέλαιο, ενώ στα χρόνια της Κατοχής παρέμεινε σβηστός. Επαναλειτούργησε το 1944 και το 1984 ηλεκτροδοτήθηκε και συνέχισε να λειτουργεί ως επιτηρούμενος μέχρι το 1989 που αυτοματοποιήθηκε. Το χαρακτηριστικό του φάρου είναι τρεις λευκές αναλαμπές ανά τριάντα δευτερόλεπτα και η φωτοβολία του φθάνει τα 20 ναυτικά μίλια. Το 1996 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
3. Ο ΦΑΡΟΣ ΨΑΘΟΥΡΑΣ: Βρίσκεται στα βόρεια του ομώνυμου νησιού σε γεωγραφικό πλάτος 39ο 30΄ 3΄΄, Ο φάρος της Ψαθούραςγεωγραφικό μήκος 24ο 10΄ 9΄΄ και το εστιακό του ύψος είναι 40 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας.
Κτίστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα και πρωτολειτούργησε το 1895 αρχικά με πετρέλαιο και χαρακτηριστικό σταθερό φως (χωρίς αναλαμπές) με φωτοβολία 19 ναυτικά μίλια. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο παρέμεινε σβηστός και ξαναλειτούργησε το 1945. Το 1987 αντικαταστάθηκε το πετρέλαιο από ηλιακή ενέργεια με την οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα με χαρακτηριστικό μία λευκή αναλαμπή ανά 10΄΄  και φωτοβολία 17 ναυτικά μίλια.
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό λιθόκτιστο κτίσμα, από τους ψηλότερους στο Αιγαίο με ύψος πύργου 26 μέτρα. Το 2001 χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού.
4. ΦΑΡΟΣ ΑΡΓΥΡΟΝΗΣΟΥ: Είναι κτισμένος στο ανατολικό άκρο του νησιού το οποίο βρίσκεται στον Ευβοϊκό κόλπο απέναντι από την είσοδο του Παγασητικού. Κτίστηκε το 1899 και το ύψος του κυλινδρικού του πύργου είναι 6 μέτρα. Αρχικά λειτούργησε με πετρέλαιο, ενώ στα χρόνια της Κατοχής παρέμεινε σβηστός. Επαναλειτούργησε το 1944 ως επιτηρούμενος και πρόσφατα έχει αυτοματοποιηθεί με την αντικατάσταση του φωτιστικού πετρελαίου με ηλιακή ενέργεια. Το 2001 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
5. ΦΑΡΟΣ ΡΕΠΙ ΣΚΙΑΘΟΥ: Βρίσκεται στην ομώνυμη νησίδα και σε γεωγραφικό πλάτος 39ο 08΄ 48΄΄  και γεωγραφικό μήκος 23ο 31΄ 42΄΄ . Κτίστηκε το 1914 και ο κυλινδρικός του πύργου έχει ύψος 11 μέτρα. Το εστιακό του ύψος είναι 42 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και η φωτοβολία του φθάνει τα 16 ναυτικά μίλια.


                 
                                                                 ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΛΙΟΥΡΑΣ
                                                                                  Αρχιτέκτων-Μηχανικός
                                                                            Προϊστάμενος της 5ης Εφορείας
                                                                                   Νεωτέρων Μνημείων