Το ναυάγιο της Περιστέρας 

Το μεγαλύτερο εμπορικό πλοίο της κλασικής περιόδου που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα

Βρισκόμαστε στο τελευταίο τέταρτο του 5ου π.X αιώνα, μια ταραγμένη περίοδο κατά την οποία ο Κλασσικός Πολιτισμός υφίσταται μεγάλες αλλαγές.
Η Αθήνα του Περικλή, ύστερα από 27 έτη πόλεμο με την Σπάρτη, τελικά ηττάται. Ταυτόχρονα, ο Σωκράτης διδάσκει φιλοσοφία στον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα, ο Θουκυδίδης γράφει την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Αριστοφάνης την Λυσιστράτη, ο Σοφοκλής τον Οιδίπου επί Κολωνώ και ο Ευριπίδης τις Βάκχες. Στην Ακρόπολη κατασκευάζεται ο παράξενος σε ομορφιά ιωνικός ναός, το Ερεχθείον με τις Καρυάτιδες και ο Ναός της Αθηνάς Νίκης με τα πανέμορφα γλυπτά της Νίκης στη ζωφόρο, ενώ αντίθετα η αγγειογραφία εικονίζει λυπηρές σκηνές αποχωρισμού επάνω σε λυκήθους της τεχνικής του άσπρου φόντου.
Το κέντρο όλων των παραπάνω αριστουργημάτων ήταν η Αθήνα, η οποίο, παρ’ όλη την ήττα της, εξακολουθούσε να ηγείται του κλασικού κόσμου, όχι μόνο στις τέχνες αλλά και στην οικονομία. Η Αθήνα ήταν η κυρίαρχος ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο και το εμπόριο της εξαπλώνετο μέχρι τη Ρωσία και τη Μαύρη θάλασσα, όπου εξήγαγε μερικά από τα κομψότερα κεραμικά σκεύη καθημερινής χρήσης.

 

Αδιατάραχτο

Ένα τεκμήριο αυτής της εμπορικής υπερδύναμης ανακαλύφθηκε πρόσφατα στο βυθό της μικρής νησίδας της Περιστέρας Αλοννήσου, με τον εντοπισμό ενός κλασικού εμπορικού πλοίου, πολύ μεγαλύτερου από αυτά που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα. Το πλοίο εκείτο μεγαλόπρεπα σε βάθος 30 μέτρων και το φορτίο του φαινόταν αδιατάραχτο σαν κάποιος να το είχε ακουμπήσει προσεχτικά στο βυθό της θάλασσας. Ο χρόνος και τα θαλάσσια ρεύματα δεν το επηρέασαν παρά ελάχιστα. Αντίθετα το κάλυψαν με άμμο και διαφύλαξαν το μυστικό του για 2.500 περίπου χρόνια.
Το πλοίο βυθίστηκε μεταξύ του 425 και 415 π.Χ. και μετέφερε εμπόρευμα κρασιού από τις οινοπαραγωγικές περιοχές της Βόρειας Ελλάδος, όπως η Μένδη στη Χαλκιδική και τα νησιά των Σποράδων, Σκόπελος και Αλόννησος.
Η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτέρων, υπό τη διεύθυνση της υπογραφόμενης ερεύνησε το ναυάγιο τα καλοκαίρια του 1992 και 1993. Αρχικά έγινε μια πλήρης φωτογραφική τεκμηρίωση και τοπογραφική αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης του ναυαγίου με δυο μεθόδους τηλεμετρίας. Μετά το πέρας της αποτύπωσης το ναυάγιο διαιρέθηκε με κάναβο σε 72 τετράγωνα, το κάθε ένα διαστάσεων 2Χ2 μέτρα. Ακολούθησαν ανασκαφικές εργασίες με αναρροφητήρα σε 2 μόνο από τα τετράγωνα, δηλαδή σε 8τ.μ. από τα 288τ.μ.

Ευρήματα μοναδικά

Παρ’ όλη τη μικρή επιφάνεια ανασκαφής, τα ευρήματα υπήρξαν πολλαπλά και μοναδικά σε σημείο που εντυπωσίασε τον επιστημονικό κόσμο και αποτέλεσε το βασικό άρθρο των επιστημονικών σελίδων της εφημερίδας New York Times. Συνοπτικά, το βυθισμένο πλοίο είχε μήκος περίπου 30 μ.. πλάτος 10 μ. και επιφανειακά μετρήθηκαν 1.000 εμπορικοί αμφορείς οίνου. Μετά την αφαίρεση της επιφανειακής στρώσης των αμφορέων, ακολούθησε και δεύτερη και τρίτη στρώση. Στο τελευταίο στρώμα βρέθηκε και ανελκύστηκε μεγάλη ποσότητα μελαμβαφούς κεραμικής, όπως κύλικες με εμπίεστες και εγχάρακτες διακοσμήσεις, επιτραπέζια πινάκια, αγγεία πόσεως οίνου, λυχνάρια, χάλκινα σκεύη και πολλά άλλα θραύσματα αγγείων καθημερινής χρήσης. Τα ευρήματα αυτά ανήκαν σε σκεύη συμποσίου και διατηρούνται σε άριστη κατάσταση, σχεδόν όπως πριν από 2.500 χρόνια. Η θαυμάσια τεχνική και το στιλπνό μαύρο χρώμα τους φανέρωνε την αθηναϊκή τους ταυτότητα. Η ανασκαφή σταμάτησε στο επίπεδο του έρματος του πλοίου και ενώ είχαν εντοπισθεί τα πρώτα μαδέρια του ξύλινου σκαριού της με την προοπτική να συνεχισθεί και τα επόμενα έτη.

Συμπεράσματα

Τα συμπεράσματα που βγήκαν από τις δύο αυτές ανασκαφικές περιόδους αναθεωρούν τις προηγούμενες απόψεις σχετικά με την αρχαία ναυπηγική. Η ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου ναυαγίου έγκειται στο μέγεθος του, το οποίο είναι σχεδόν διπλάσιο από αυτό των μέχρι σήμερα γνωστών φορτηγίδων. Τα πλοία της ίδιας περιόδου που έχουν ανασκαφεί στην Ιταλία, την Κύπρο και το Ισραήλ δεν ξεπερνούν τα 15-16,5μ. και δεν μετέφεραν φορτίο άνω των 75 τόνων. Αυτό οδήγησε τους μελετητές πλοίων να συμπεράνουν ότι οι μεγάλες φορτηγίδες ήταν άγνωστες στους αρχαίους Έλληνες και ότι ναυπηγήθηκαν μόνο από τους Ρωμαίους 300 χρόνια αργότερα.
Το πλοίο της Περιστέρας αποκάλυψε από τα πρώτα κιόλας 8 τ.μ.. ότι εδώ έχουμε μια διαφορετική μέθοδο ναυπηγικής άγνωστη μέχρι σήμερα, την οποία εγνώριζαν οι Αθηναίοι ήδη οπό τους κλασικούς χρόνους και που υιοθετήθηκε πολύ αργότερα από τους Ρωμαίους.
Μόνο η φαντασία μπορεί από εδώ και έπειτα να λειτουργήσει για το τι αναμένεται να βρεθεί στα υπόλοιπα 280 τ.μ. του ναυαγίου, το οποίο μετέφερε πάνω από 4.000 αμφορείς και είχε εκτόπισμα άνω των 120 τόνων. Τι άλλο εμπόρευμα εκτός οίνου, θα μπορούσε να μετέφερε ένα πλούσιο Αθηναϊκό πλοίο ενός στόλου που σχεδόν μονοπωλούσε το εμπόριο και τη ναυτιλία στο Αιγαίο την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου; Τι είδους σκάφος ήταν, Κέρκουρος, Ολκάς, Κέλης ή Λέμβος;
Πώς βυθίστηκε, ήταν πειραματική ενέργεια ή υπερβολικό βάρος σε συνδυασμό με καιρικά φαινόμενα που το οδήγησαν στον υγρό τάφο;
Τέλος, σε ποια οικονομική κατάσταση βρισκόταν η εμπορική ναυτιλία την εποχή που η Ελλάδα αλληλοσπαράσετο;
Η ανασκαφή του γνωστού αυτού ναυαγίου, του οποίου η φήμη έφθασε από τη Ρωσία μέχρι την Αμερική, σταμάτησε, μετά από μόνο 2 χρόνια έρευνας. Δυστυχώς επικράτησαν δυνάμεις πέραν της λογικής και έτσι η ανασκαφή δεν συνεχίστηκε μετά το 1993, με την προβολή δικαιολογιών οι οποίες δεν αντέχουν σε καμιά κριτική σκέψη.

Της Ελπίδας Χατζηδάκη, αρχαιολόγου της Εφορείας Εναλίων αρχαιοτήτων