Η ΝΗΣΟΣ ΙΚΟΣ (η σημερινή Αλόννησος) ήταν γνωστή στην αρχαιότητα για την αμπελοκαλλιέργεια και για την οινοπαραγωγή της, όπως και οι γειτονικές της νήσοι Σκιάθος (που διατήρησε το αρχαίο της όνομα) και Πεπάρηθος Σωρός με υπολλείματα του αρχαίου εργαστηρίου(η σημερινή Σκόπελος). Μάλιστα η τελευταία κατείχε τα σκήπτρα αυτής της δραστηριότητας στην περιοχή των Βορείων Σποράδων, όπως τουλάχιστον αποδεικνύουν πολλά αρχαία λογοτεχνικά κείμενα, ελληνικά και λατινικά, αλλά και τα υπόλοιπα μέχρι στιγμής δεδομένα της έρευνας. Από τον Ψευδο-Δημοσθένη (Προς την Λακρίτου παραγραφήν XXXV, 35) κερδίζουμε μια σπουδαία πληροφορία για την ύπαρξη εξαγωγικού εμπορίου οίνου προς τον Εύξεινο Πόντο από ορισμένες πόλεις και νήσους συμμάχους των Αθηνών, ανάμεσα στις οποίες μνημονεύεται και η Πεπάρηθος. Ωστόσο, σύμφωνα με αρχαιολογικές κυρίως ενδείξεις, φαίνεται ότι και η Ίκος συμμετείχε ενεργά σε αυτή τη δραστηριότητα της εξαγωγής οίνου, τόσο προς τις αρχαίες πόλεις του Ευξείνου Πόντου όσο και προς άλλες περιοχές του αρχαίου κόσμου.
Η μόνη γραπτή μαρτυρία που μας κάνει γνωστή την ύπαρξη εκτεταμένης αμπελοκαλλιέργειας στην  Ίκο, ανήκει στην όψιμη αρχαιότητα (τέλος 2ου -αρχές 3ου αιώνα μ.Χ.) και διασώζεται από το Φιλύστρατο στο έργο του Ηρωικός (8, 9-10). Ο συγγραφέας αυτός παραθέτει μια διήγηση για τον Ύμναιο, έναν Πεπαρήθιο αμπελουργό, που κατείχε μόνος του ολόκληρη τη νήσο Ίκο, όπου καλλιεργούσε αμπέλια. Καθώς έσκαβε, λοιπόν, ο Υμναιος στο αμπέλι του βρήκε έναν αρχαιότερο τάφο, μέσα στον οποίο κείτονταν «δωδεκάπηχυς νεκρός» που στο κρανίο του φώλιαζε ένα φίδι... Η πληροφορία του Φιλόστρατου, αν και έμμεση, τονίζει ακριβώς τη σημασία της Ικου για την αμπελοκαλλιέργεια. Ακόμη και την εποχή εκείνη, που φαίνεται ότι δεν υπήρχαν στο νησί οργανωμένες πόλεις, που ίσως την είχαν εγκαταλείψει οι κάτοικοι της, εξακολουθούσε να αποτελεί τόπο παραγωγής σταφυλιών και προφανώς οίνου, έστω και αν τη δραστηριότητα αυτή την ασκούσε κάποιος ξένος.

Εργαστήρια αμφορέων

Σωρός με υπολλείματα του αρχαίου εργαστηρίουΤα αρχαιολογικά στοιχεία όμως είναι σαφέστερα σε ότι αφορά την κατασκευή αμφορέων για την εξαγωγή οίνου από την Ικο. Ήδη πριν ατό μερικές δεκαετίες ήταν γνωστή η ύπαρξη ενός αρχαίου κεραμικού εργαστηρίου που παρήγαγε αμφορείς, στον όρμο με την εύγλωττη ονομασία «Τσουκαλιά» ή «Τσκαλιά του γιαλό» (σύμφωνα με το γλωσσικό ιδίωμα των Αλοννησίων), στη ΝΔ πλευρά της νήσου, σε απόσταση τριών χιλιομέτρων περίπου από τις δύο σημαντικές αρχαίες πόλεις, τη μια στη χερσόνησο «Κοκκινόκαστρο» και την άλλη στη θέση «Αγ. Ιωάννης», κοντά στο Παλιό Χωριό της Αλοννήσου. Ένα δεύτερο εργαστήριο κατασκευής αμφορέων, καθώς και ένας κεραμικός κλίβανος, εντοπίστηκαν πρόσφατα στην περιοχή «Καλαμάκια», στην ανατολική παραλία της νήσου, σε απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων βορείως της χερσονήσου του «Κοκκινοκάστρου». Οι μελλοντικές έρευνες ίσως μας επιφυλάσσουν και άλλες ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις.
Στα εργαστήρια κατασκευής αμφορέων της Ικου δεν έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι τώρα ανασκαφές. Οι πληροφορίες και τα πρώτα συμπεράσματα αντλούνται από προσεκτική παρατήρηση των επιφανειακών ενδείξεων και μετά από περισυλλογή και μελέτη ορισμένων ευρημάτων που είναι διάσπαρτα στην επιφάνεια του εδάφους.
Το εργαστήριο στον όρμο «Τσουκαλιά» αποτελεί την πιο γνωστή και χαρακτηριστική περίπτωση που αξίζει να περιγράψουμε με περισσότερες λεπτομέρειες. Η εικόνα που αντικρίζει κανείς μόλις φθάσει εκεί είναι πολύ εντυπωσιακή. Αμέτρητα τμήματα οξυπύθμενων αμφορέων, μικρά και μεγάλα, χείλη, λαιμοί, λαβές, πόδια. Βρίσκονται διάσπαρτα σε μεγάλη έκταση και πυκνότητα σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, δημιουργώντας μια τεράστια μάζα που συνεχίζεται προς τα ΝΑ προς το εσωτερικό της μικρής κοιλάδας, σχηματίζοντας μικρούς λοφίσκους καλυμμένους σήμερα με πυκνούς θάμνους. Ο όγκος αυτός των σπασμένων αμφορέων προέρχεται από τους «αποθέτες» του εργαστηρίου, δηλαδή τους χώρους απόρριψης των αποτυχημένων προϊόντων, εκείνων που στη διάρκεια της κατασκευής ή του ψησίματος τους στον κλίβανο παρουσίασαν κάποιο ελάττωμα που τα έκανε ακατάλληλα για χρήση. Άλλα χαρακτηριστικά ίχνη, όπως υπολείμματα τοίχων και κατασκευών, μάζες καμένου πηλού, αποτελούν σοβαρή ένδειξη ότι στον ίδιο χώρο υπήρχαν και οι υπόλοιπες εγκαταστάσεις του εργαστηρίου, καθώς και οι κεραμικοί κλίβανοι. Ελάχιστα είναι τα όστρακα, δηλαδή τα τμήματα αγγείων άλλον σχημάτων, εκτός των αμφορέων, και λίγα επίσης τα κεραμίδια στέγης και τα άλλου είδους μικροευρήματα. Αυτό το πλήθος των αποτυχημένων αμφορέων μάς δίνει μια μικρή μόνο ιδέα της τεράστιας παραγωγής που θα προερχόταν από το εργαστήριο αυτό, ένα από τα πολλά που θα υπήρχαν στην αρχαία Ικο. Το σημαντικό είναι ότι στα «Τσουκαλιά» βρέθηκαν μερικά σφραγίσματα πάνω σε λαβές αμφορέων, που φέρουν την επιγραφή ΙΚΙΟΝ, δηλαδή «προϊόν της Ικου». Παρόμοια σφραγίσματα είναι πολύ συνηθισμένα σε λαβές αμφορέων που προέρχονται από μεγάλα οινοπαραγωγικά κέντρα της αρχαιότητας όπως η Θάσος. η Ρόδος, η Κνίδος. Στην περιοχή όμως των Βορείων Σποράδων μόνο οι αμφορείς της Ικου φέρουν σφραγίσματα που δηλώνουν την προέλευση τους και κατά συνέπεια την προέλευση του οίνου, και μάλιστα αποτέλεσαν το πιο σημαντικό στοιχείο για την ταύτιση του αρχαίου ονόματος της νήσου.

Τύποι αμφορέων

Στη νήσο Σκόπελο (την αρχαία Πεπάρηθο), εντοπίστηκαν τρία εργαστήρια κατασκευής αμφορέων, που παρουσιάζουν την ίδια περίπου εικόνα, όπως το εργαστήριο στα «Τσουκαλιά» της Αλοννήσου. Η μελέτη των τμημάτων των αμφορέων που συγκεντρώθηκαν από τα τέσσερα εργαστήρια των δύο νήσων είχε ως αποτέλεσμα την αναγνώριση και την αποκατάσταση των τύπων των τοπικών αμφορέων, που ήταν παρόμοιας μορφής τόσο στην Πεπάρηθο όσο και στην Ικο και δεν διέφεραν ούτε ως προς το είδος του πορτοκαλόχρωμου πηλού από τον οποίο πλάστηκαν.
Τύπος I: Είναι ο κυριότερος τύπος, με τα πολυπληθέστερα δείγματα. Ψιλόλιγνος, ύψους 0.80 μ. - 0.90 μ., με μέγιστη διάμετρο κοιλίας γύρω στα 0,30 μ. και χωρητικότητα που κυμαίνεται από 16 έως 20 λίτρα, έχει πολύ χαρακτηριστικό ψηλό κυλινδρικό λαιμό και μεγάλο αμφικωνικό «κομβίο». στο οποίο καταλήγει το μακρύ πόδι. Τα επιμέρους στοιχεία των αμφορέων αυτού του τύπου, και ιδιαίτερα η μορφή του "κομβίου», παρουσιάζουν ορισμένες διαφοροποιήσεις που μπορούν να ερμηνευθούν ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός από τα τέσσερα εργαστήρια. Συγκεκριμένα, στο εργαστήριο της Ικου, στα «Τσουκαλιά», οι αμφορείς γενικά είναι πιο χονδροειδείς σε σύγκριση με τους όμοιους πεπαρηθιακούς. Το «κομβίο» τους είναι πιο φαρδύ στο κάτω μέρος, με μια κοιλότητα πολύ μεγαλύτερη σε διάμετρο, αλλά πιο ρηχή.
Τύπος II: Ο τύπος αυτός αντιπροσωπεύεται από λίγα παραδείγματα. Έχει κοντό λαιμό και μεγάλο ωοειδές σώμα, ύφους περίπου 0.70 μ., με μέγιστη διάμετρο κοιλίας γύρω στα 0,35 μ., χωρίς πόδι. Στο κάτω μέρος της κοιλίας υπάρχει κολλημένο ένα αμφικωνικό «κομβίο» όμοιας μορφής με εκείνο των αμφορέων του Τύπου I.
Για τη χρονολόγηση των αμφορέων υπάρχουν ορισμένα ανασκαφικά δεδομένα και άλλου είδους στοιχεία που τους τοποθετούν χρονικά στην κλασική και στην πρώιμη ελληνιστική περίοδο, κυρίως στον 4ο αιώνα π.Χ. Πρέπει να σημειώσουμε ότι με το χρονολογικό αυτό πλαίσιο συμφωνεί και η φιλολογική παράδοση που αναφέρεται στον πεπαρήθιο οίνο.

Λειτουργία

Για τη δραστηριότητα και τον τρόπο λειτουργίας των εργαστηρίων κατασκευής αμφορέων, τη διαδικασία παραγωγής και «εμφιάλωσης» του οίνου και την όλη οργάνωση της εμπορίας του, ειδικά για την περίπτωση της Ικου, αλλά και των άλλων νήσων των Βορείων Σποράδων, δεν έχουν γίνει ακόμη ειδικές μελέτες. Από τα λίγα μέχρι στιγμής δεδομένα που διαθέτουμε, φαίνεται ότι η δραστηριότητα αυτή αναπτυσσόταν μακριά από τα αστικά κέντρα, προφανώς όμως μέσα στη «χώρα» τους, δηλαδή στη ζωτική περιοχή τους. Επιλέγονταν κατάλληλες τοποθεσίες, κατά κανόνα μικρές κλειστές εύφορες κοιλάδες, όπου υπήρχε δυνατότητα καλλιέργειας της αμπέλου και ταυτόχρονοι δημιουργίας εγκαταστάσεων παραγωγής και αποθήκευσης οίνου, αλλά και κατασκευής των απαραίτητων για την εξαγωγή των αμφορέων.
Η φόρτωση των γεμάτων με οίνο αμφορέων στα πλοία πρέπει να γινόταν στον ίδιο τον τόπο παραγωγής, για το λόγο αυτό οι επιλεγόμενες τοποθεσίες ήταν γενικά παραθαλάσσιες και ευλίμενες. Επρόκειτο δηλαδή, κατά πάσα πιθανότητα, για οργανωμένα «κτήματα», όπου συγκεντρώνονταν όλες οι επί μέρους εξειδικευμένες δραστηριότητες που αφορούσαν τον πραγματικά προσοδοφόρο -και στην αρχαιότητα- παραγωγικό τομέα του οίνου.
Η παρουσία αμφορέων από την Ικο σε άλλες περιοχές του αρχαίου κόσμου είναι ήδη γνωστή από σποραδικά ευρήματα ενσφράγιστων λαβών που φέρουν την επιγραφή ΙΚΙΟΝ και είναι όμοιες με εκείνες που προέρχονται από το εργαστήριο στα «Τσουκαλιά» της Αλοννήσου. Τέτοιες λαβές βρέθηκαν κυρίως στις ελληνικές αποικίες του Ευξείνου Πόντου, αλλά και στην Αθήνα, στην Πέλλα, στην Αλεξάνδρεια, και αποτελούν ελάχιστες, βέβαια, πλην όμως σαφείς ενδείξεις του εύρους των εξαγωγών του οίνου της Ικου. Όμως ο τύπος των τοπικών αμφορέων αναγνωρίστηκε πολύ πρόσφατα και δόθηκε έτσι η δυνατότητα να λυθούν ορισμένα επιστημονικοί προβλήματα που απασχολούσαν την έρευνα εδώ και εκατό περίπου χρόνια.

Στον Εύξεινο Πόντο

Συγκεκριμένα, ήδη στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν γνωστό από τον Εύξεινο Πόντο ένα σημαντικό σύνολο αμφορέων που ονομάστηκε «της SoIocha», από τον τόπο εύρεσης του σε τύμβο (Kurgane). στην περιοχή της Νικόπολης στην Ουκρανία. Διακρίνονται δύο ομάδες αμφορέων: μια μεγαλύτερη (Solocha II) και μια μικρότερη (Solocha I). Η κατασκευή των αμφορέων αυτών τοποθετείται χρονικά στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. κατά την επικρατέστερη άποψη, αλλά ο τόπος προέλευσης τους, παρά τις επανειλημμένες απόπειρες ταύτισης, παρέμενε ένα αίνιγμα. Μετά την αναγνώριση των τύπων των αμφορέων της Πεπαρήθου και της Ικου ήταν πλέον πολύ εύκολη η ταύτιση του τοπικού νησιώτικου Τύπου I με τον Τύπο «Solocha II» των αμφορέων του Ευξείνου Πόντου. Με μια απλή σύγκριση της μορφής, των διαστάσεων, της σύστασης και του χρώματος του πηλού των αμφορέων των δύο ομάδων διαπιστώνεται η απόλυτη ομοιότητα τους, που πιστοποιήθηκε και με εργαστηριακές αναλύσεις αντίστοιχων δειγμάτων. Πιθανή, επίσης, είναι και η ταύτιση του Τύπου II των τοπικών αμφορέων με την ομάδα «Solocha I» του Ευξείνου Πόντου.
Εκτός από την ομοιότητα των αμφορέων και την ύπαρξη ενσφράγιστων λαβών από την Ικο, η σύμπτωση της χρονολόγησης των δύο συνόλων στον 4ο αιώνα π.Χ. επαληθεύει χωρίς καμιά αμφιβολία την πληροφορία του Ψευδο-Δημοσθένη για το εμπόριο του οίνου από την περιοχή των Βορείων Σποράδων προς τον Εύξεινο Πόντο.
Έτσι, η αρχαιολογική έρευνα έκανε την αρχή και έπιασε την άκρη του «μίτου» που οδηγεί, μέσα από το λαβύρινθο των θαλάσσιων δρόμων, στα λιμάνια που δέχονταν και γεύονταν τον ικιο οίνο, όπως και τον πεπαρήθιο και ίσως τον σκιάθιο.
Η συνέχιση της με βάση τα νέα δεδομένα ασφαλώς θα πλουτίσει τον εμπορικό χάρτη της αρχαιότητας με νέα κέντρα κατανάλωσης του πολύτιμου μεθυστικού χυμού που αντλείτο από την καρποφόρα γη των νήσων των Βορείων Σποράδων.

Βασική βιβλιογραφία

Α. Doulgeri-lntzesiloglou et Υ. Garlan: Vin et amphores de Peparethos et d' Ikos και Μ. Picon. Qrigine d' amphores du groupe dit -Solocha II», trouvees en Russie, στο BCH. CXIV (1990). I (Etudes), σελ. 361-393